Σπάρτακος 63, Γενάρης 2002


Το διεθνές δικαστήριο της Χάγης και η περίπτωση Μιλόσεβιτς

Η υπόθεση Μιλόσεβιτς ξανάφερε σε συζήτηση το θέμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης. Αν υπάρχει ανάγκη και δυνατότητα ύπαρξης ενός τέτοιου δικαστηρίου, τι ρόλο παίζει το συγκεκριμένο δικαστήριο.

Παρακάτω παρουσιάζονται δύο άρθρα για την τοποθέτηση της αριστεράς απέναντι στη δίκη Μιλόσεβιτς

 

[- Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, του Ν.Συμεωνίδη

- Ο Μιλόσεβιτς στη Χάγη και η κρυφή γοητεία του σταλινισμού, του Α.Κλόκε

- Επίσης, σε σχέση με τις κριτικές στον σ.Σάββα Μιχαήλ, βλέπε επανόρθωση στο επόμενο τεύχος του Σπάρτακου, αρ. 64]


Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης

του Νίκου Συμεωνίδη

Στο πρώτο ερώτημα θα μπορούσε κανείς, κάνοντας αφαίρεση της σημερινής κατάστασης και του παγκόσμιου συσχετισμού δύναμης να απαντήσει θετικά. Θα ήταν ωραίο να υπήρχε ένα έντιμο, ουδέτερο και ανεπηρρέαστο από οποιαδήποτε πηγή ισχύος διεθνές δικαστήριο που θα δίκαζε τους αρχηγούς κρατών και τους άμεσους συνεργάτες τους που έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά των λαών τους ή κατά άλλων λαών, όπως ο Πινοσέτ της Χιλής ή ο Βιντέλα της Αργεντινής. Αυτό θα ικανοποιούσε την επιθυμία όλων μας για δικαιοσύνη που προκαλείται βλέποντας αυτούς τους αιματοβαμένους εγκληματίες να αποφεύγουν την τιμωρία, εκμεταλλευόμενοι το συσχετισμό δυνάμεων στις χώρες τους και την, άμεση ή έμμεση, προστασία που τους παρέχουν οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις. Ωστόσο εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Συμφωνούμε όλοι να δικαστούν αυτοί. Δεν θα πρέπει όμως να δικαστούν και αρχηγοί κρατών όπως η Θάτσερ, για τον πολύνεκρο πόλεμο των Φώλκλαντς που προκάλεσε, ή ο Ρήγκαν για τις φονικές επιθέσεις των Κόντρας στη Νικαράγουα που πατρόναρε, ή ο Μπους πατέρας για τον δολοφονικό πόλεμο κατά του Ιράκ και ο κατάλογος έχει και συνέχεια που αγγίζει σχεδόν όλους τους ηγέτες της “πολιτισμένης” Δύσης; Πως λοιπόν μπορεί να στηθεί ένα τέτοιο δικαστήριο σήμερα, ποιος θα του παρέξει τους πόρους για τη λειτουργία του, πως θα διοριστούν και σε ποιόν θα λογοδοτούν οι δικαστές του, ποιος θα καθορίσει το νομικό πλαίσιο στο οποίο θα βασίζονται αυτοί οι δικαστές για να απαγγείλουν κατηγορίες και να δικάσουν; Η μόνη απάντηση είναι “η διεθνής κοινότητα”, δηλαδή ο ΟΗΕ. Ο οργανισμός αυτός όμως σήμερα έχει αποδειχθεί ότι εκφράζει ολοκληρωτικά και ξετσίπωτα τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Επομένως και ένα δικαστήριο ελεγχόμενο από αυτόν θα έκανε το ίδιο. Καταλαβαίνουμε όλοι ότι σήμερα ένα διεθνές δικαστήριο, όπως το ονειρεύονται ορισμένοι, δεν μπορεί να υπάρξει.

Από τα παραπάνω προκύπτει και ο ρόλος που παίζει το συγκεκριμένο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης απαρτίζεται από δικαστές που ελέγχονται άμεσα από τις κυβερνήσεις των σημαντικότερων ιμπεριαλιστικών χωρών και δικάζει ουσιαστικά χωρίς νομοθετικό υπόβαθρο. Πρόκειται δηλαδή γιά ένα δικαστήριο που η σκοπιμότητα και η αυθαιρεσία του ξεπερνούν τα στρατοδικεία της δικτατορίας που ζήσαμε την περίοδο 1967- 74. Δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε λοιπόν σε ένα τέτοιο δικαστήριο καμιά εξουσία και καμιά νομιμότητα να κρίνει τον οποιονδήποτε.

Η υπόθεση Μιλόσεβιτς

Συνέπεια των παραπάνω είναι και η θέση που πρέπει να έχουμε στην υπόθεση Μιλόσεβιτς ξεκαθαρίζοντας ότι η δίκη του Μιλόσεβιτς από το δικαστήριο αυτό δεν έχει καμιά ηθική βάση. Ποιος τον παρέπεμψε εκεί; Οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας που υπέφεραν από αυτόν ή οι ιμπεριαλιστές που αφού υπέθαλψαν με κάθε τρόπο τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας επενέβησαν άμεσα δύο φορές, βομβαρδίζοντας αρχικά στη Βοσνία και στη συνέχεια το Κόσοβο και τη Σερβία; Ποιός τον παρέδωσε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης; Ο πράκτορας του ιμπεριαλισμού Τζίτζιτς, που είχε επικροτήσει τους ιμπεριαλιστικούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, παρακάμπτοντας όχι μόνο τους γιουγκοσλάβους δικαστές, αλλά και τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους πάντες. Δικαιολογούμενος μετά γιά την άθλια αυτή ενέργεια του δήλωσε ότι έτσι εξασφάλισε οικονομική βοήθεια για τη Γιουγκοσλαβία. Ωραία δικαιοσύνη, όπου οι κατηγορούμενοι πουλιούνται για οικονομική βοήθεια!

Αλλά και αυτά που γίνονται στη Χάγη με το Μιλόσεβιτς δεν έχουν καμιά σχέση ούτε καν με την αστική δικαιοσύνη. Φυσικά αποκλείστηκε κάθε ιδέα δίκης των ηγετών των ιμπεριαλιστικών κρατών γιά τους φονικούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.

Ο κατηγορούμενος έχει καθεστώς ουσιαστικά αιχμαλώτου πολέμου και αντιμετωπίζει ένα δικαστήριο που, ουσιαστικά, δεν δεσμεύεται από δικονομικούς κανόνες, διαμορφώνει το κατηγορητήριο κατά την κρίση του και δεν του αναγνωρίζει κανένα από τα δικαιώματα που η αστική δικαιοσύνη παραχωρεί ακόμη και στο χειρότερο εγκληματία.

Επομένως πρόκειται για μια παρωδία δίκης, που γίνεται από δικαστές υπαλλήλους των κυβερνήσεων εκείνων που έχουν τεράστιες ευθύνες για όσα υπέφερε η Γιουγκοσλαβία. Οι κυβερνήσεις αυτές είναι οι τελευταίοι που έχουν δικαίωμα να κρίνουν ό,τι έκανε ο Μιλόσεβιτς και θα έπρεπε να κάθονται δίπλα του στο εδώλιο του κατηγορουμένου για ό,τι συνέβη στη Γιουγκοσλαβία την τελευταία δεκαετία.

Οι απολογητές του Μιλόσεβιτς

Όλα τα παραπάνω όμως δεν δικαιώνουν με κανέναν τρόπο τον Μιλόσεβιτς και την πολιτική του στη Γιουγκοσλαβία. Αν και εκλεγόταν, κυβέρνησε αυταρχικά, καλλιέργησε στο έπακρο το μεγαλοσέρβικο σωβινισμό εναντίον των άλλων εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας και βάθυνε, αντί να προσπαθήσει να γεφυρώσει τους εθνικούς ανταγωνισμούς στη χώρα του με αποτέλεσμα να συμβάλλει και αυτός στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Συνδέθηκε με ένα τμήμα της σέρβικης γραφειοκρατίας που προωθούσε την ανάδειξη του σε νέα αστική τάξη ανταγωνιστικά με άλλα ανάλογα τμήματα της στην Κροατία και τη Βοσνία και οδήγησε τη χώρα σε άγριους και πολύνεκρους πόλεμους. Δε δίστασε να υποθάλψει εγκληματικές ακροδεξιές συμμορίες, όπως αυτή του Αρκάν, που προχώρησαν σε σφαγές σε βάρος αθώων αμάχων στη Βοσνία και στο Κόσσοβο. Προώθησε ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων στη Γιουγκοσλαβία σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων της χώρας του συνεργαζόμενος με ξένα κεφάλαια και μαφιόζικα τμήματα της ντόπιας γραφειοκρατίας και βρέθηκε, ο ίδιος και η οικογένεια του, με τεράστια περιουσία.

Δεν παύει λοιπόν να είναι υπόλογος απέναντι στους λαούς της Γιουγκοσλαβίας, μόνους άλλωστε αρμόδιους να τον δικάσουν.

Προκαλεί λοιπόν έκπληξη το άρθρο του Σάββα Μιχαήλ στο Ριζοσπάστη της 30-12-2001 «Θα τους βγει μπούμερανγκ», [Βλέπε: Επανόρθωση, "Μια κριτική χωρίς νόημα", της κριτικής στο σ.Σάββα Μιχαήλ, στο επόμενο τεύχος του Σπάρτακου, αρ. 64] όπου δεν καταγγέλλεται απλά η δίκη του Μιλόσεβιτς στη Χάγη, κάτι για το οποίο θα συμφωνούσαμε, αλλά υπερασπίζεται συνολικά το Μιλόσεβιτς, αναφερόμενος σε «δήθεν εγκλήματα» του και σε «ψεύτικες κατηγορίες» εναντίον του, και φθάνει στο σημείο να τον συγκρίνει με το Δημητρώφ για τη δίκη του το 1933 από τους ναζί.

Ο Σάββας Μιχαήλ θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο Δημητρώφ ήταν ένας ηγέτης του κομμουνιστικού κινήματος, έντονα σταλινικός και υπεύθυνος γιά πολλές από τις καταστρεπτικές πολιτικές που υιοθέτησε το ρεύμα αυτό, όπως τα Λαϊκά Μέτωπα, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι πιστός στο χώρο αυτό και αγωνίστηκε με θάρρος ενάντια στις κατηγορίες των ναζί. Ο Μιλόσεβιτς είναι ένας γραφειοκράτης που συνέβαλε στην καταστροφή των κοινωνικών κεκτημένων των εργαζόμενων στης Γιουγκοσλαβίας με αιματηρό για αυτούς τρόπο και με το αζημίωτο. Τέτοιοι παραλληλισμοί λοιπόν είναι τουλάχιστον ατυχείς, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από αγωνιστές που αναφέρονται ακόμη στον τροτσκιστικό χώρο.

Νίκου Συμεωνίδη

Ιανουάριος 2002

 

[Βλέπε: Επανόρθωση, "Μια κριτική χωρίς νόημα", της κριτικής στο σ.Σάββα Μιχαήλ, στο επόμενο τεύχος του Σπάρτακου, αρ. 64]


Σπάρτακος 63, Γενάρης 2002